προακούω


προακούω
заранее слышу

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "προακούω" в других словарях:

  • προακούω — Α ακούω κάτι προηγουμένως …   Dictionary of Greek

  • προακήκοεν — προᾱκήκοεν , προακούω hear beforehand plup ind act 3rd pl (attic epic doric aeolic) προακήκοεν , προακούω hear beforehand perf ind act 3rd sg προακήκοεν , προακούω hear beforehand plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προηκουσμένα — προακούω hear beforehand perf part mp neut nom/voc/acc pl προηκουσμένᾱ , προακούω hear beforehand perf part mp fem nom/voc/acc dual προηκουσμένᾱ , προακούω hear beforehand perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακηκοότα — προακούω hear beforehand perf part act neut nom/voc/acc pl προακηκοότα , προακούω hear beforehand perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακηκόεε — προᾱκηκόεε , προακούω hear beforehand plup ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) προακηκόεε , προακούω hear beforehand plup ind act 3rd sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακουσάντων — προακούω hear beforehand aor part act masc/neut gen pl προακουσάντων , προακούω hear beforehand aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακουόμενον — προακούω hear beforehand pres part mp masc acc sg προακουόμενον , προακούω hear beforehand pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακούοντα — προακούω hear beforehand pres part act neut nom/voc/acc pl προακούοντα , προακούω hear beforehand pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακούουσι — προακούω hear beforehand pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) προακούουσι , προακούω hear beforehand pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προακούσαντα — προακούω hear beforehand aor part act neut nom/voc/acc pl προακούσαντα , προακούω hear beforehand aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προηκουσμένας — προηκουσμένᾱς , προακούω hear beforehand perf part mp fem acc pl προηκουσμένᾱς , προακούω hear beforehand perf part mp fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)